Από την αρχισυντάκτρια...Ποιος δάσκαλος;

Τέλειωσαν την περασμένη εβδομάδα οι Πανελλήνιες Εξετάσεις για το 2017. Για μια ακόμη φορά, οι νέοι όλης της χώρας κλήθηκαν να εξεταστούν ώστε να περάσουν στις σχολές που επιθυμούν και να σπουδάσουν αυτό που ονειρεύονται. Σύμφωνα με τα περσινά στοιχεία όμως, μόνο 1 στους 7 υποψηφίους, περνά στη σχολή της πρώτης επιλογής του. Ποσοστό εξαιρετικά μικρό, που δείχνει ότι ελάχιστοι πετυχαίνουν τον αρχικό στόχο τους.

Το φαινόμενο, όμως, που – αν μη τι άλλο -  εντυπωσιάζει, είναι η κατακόρυφη πτώση των βάσεων εισαγωγής στις παιδαγωγικές σχολές τα τελευταία χρόνια. Οι πάλαι ποτέ περιζήτητες Παιδαγωγικές σχολές, λόγω γρήγορης επαγγελματικής αποκατάστασης των αποφοίτων τους, κατακρημνίστηκαν. Η κρίση ανέτρεψε το σκηνικό. Με το ενιαίο μισθολόγιο στο δημόσιο, αλλά και την παύση των διορισμών οι Παιδαγωγικές έχασαν το ενδιαφέρον των υποψηφίων, ενώ η απομόνωση του πεδίου συνέβαλε και αυτή με τη σειρά της στη δραματική πτώση στις βάσεις.

Αποτέλεσμα της κατάστασης αυτής, η βάση στο Παιδαγωγικό Δημοτικής Εκπαίδευσης στη Ρόδο, το 2016 να φτάσει τα 9.887 μόρια, το Παιδαγωγικό Νηπιαγωγών στη Φλώρινα τα 8.782 μόρια, ενώ οι επιστήμες της προσχολικής αγωγής και εκπαιδευτικού σχεδιασμού τα 8.368 μόρια. Υψηλότερη βάση είχε η Παιδαγωγική σχολή της Αθήνας με 14.670 μόρια.

Τα στοιχεία αυτά είναι τουλάχιστον προς προβληματισμό, όχι μόνο της εκπαιδευτικής κοινότητας, αλλά και ολόκληρης της νεοελληνικής κοινωνίας. Το πρώτο ερώτημα που προκύπτει είναι πώς αυτοί οι φοιτητές που πέρασαν με 8.000 και 9.000 μόρια θα καταφέρουν ποτέ να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις των σχολών τους και θα ολοκληρώσουν έγκαιρα τις σπουδές τους, μιας και το επίπεδο σπουδών των ελληνικών Πανεπιστημίων εξακολουθεί να είναι ιδιαίτερα υψηλό παρόλη την προσπάθεια υποβάθμισής τους τα τελευταία χρόνια.

Το επόμενο ερώτημα που προκύπτει, το οποίο είναι και το πιο σημαντικό, είναι τι είδους επιστήμονες βγαίνουν αυτοί οι άνθρωποι που για να γράψουν τόσο χαμηλούς βαθμούς στις εισαγωγικές εξετάσεις τους, συνήθως δεν έχουν γερές βάσεις γνώσεων ήδη από τα μαθητικά τους χρόνια. Αυτός ο δάσκαλος που θα περάσει με 9.000 μόρια στη σχολή του, πόσο καλή γνώση της γλώσσας έχει ή πόσο καλά μαθηματικά γνωρίζει; Πώς θα διδάξει σε τάξη, ένας τέτοιος δάσκαλος;

Σίγουρα, δεν πρέπει να είμαστε αφοριστικοί προς τους 18άρηδες που θέλουν να σπουδάσουν, έστω κι αν είχαν την ατυχία να μην γράψουν καλά στις Πανελλήνιες, αλλά ίσως ήρθε η ώρα να αλλάξουμε νοοτροπία. Το όνειρο της ελληνικής οικογένειας να σπουδάσει το παιδί τους ακόμη κι αν δεν είναι καλός μαθητής ή να μην του αρέσει το αντικείμενο της σχολής όπου τυχαία πέρασε, θα πρέπει να αναθεωρηθεί. Ήρθε η ώρα να δίνεται η ευκαιρία στους μαθητές όλων των βαθμίδων να ανακαλύπτουν τα ταλέντα, τις δεξιότητες και τις κλήσεις τους, ώστε να σπουδάσουν όταν ενηλικιωθούν, αυτό που πραγματικά επιθυμούν και επιλέγουν. Να γκρεμιστεί επιτέλους το όνειρο – ‘φυλακή’ του Έλληνα να σπουδάσει κάτι το παιδί του και μετά να διοριστεί σε μια θέση στο Δημόσιο.    

Η Πανεπιστημιακή εκπαίδευση στην Ελλάδα είναι ακόμη σε καλό επίπεδο. Πριν την καταστρέψουμε εντελώς ας αλλάξουμε εμείς οι ίδιοι. Γιατί εμείς συντηρούμε αυτό το σύστημα. Δεν φταίει για όλα το κράτος. Εμείς και η ματαιοδοξία μας το τροφοδοτεί. Γιατί οι βάσεις των νομικών σχολών δεν πέφτουν πότε, παρόλο που υπάρχουν εκατοντάδες δικηγόροι στην Ελλάδα άνεργοι; Γιατί η μορφωτική ‘ελίτ’ θα πρέπει να πάει στη νομική, ενώ στα παιδαγωγικά να πηγαίνουν όλο και πιο αδύναμοι μαθητές κι έπειτα φοιτητές; Γιατί εμείς οι ίδιοι να συντηρούμε αυτή την ‘ελιτίστικη’ και παράλογη κατάσταση;

Όταν καταλάβουμε ότι ο δάσκαλος θα πρέπει να έχει το ίδιο ισχυρά μορφωτικά εφόδια με τον δικηγόρο ή το γιατρό, μόνο τότε θα μπορούμε να ελπίζουμε σε μια ουσιαστική αναβάθμιση της παιδείας στην Ελλάδα. Γιατί αν είναι μορφωμένος ο νηπιαγωγός και ο δάσκαλος των παιδιών μας, τότε και οι γνωσιακές βάσεις που θα λάβουν, θα είναι πολύ γερές πάνω στις οποίες θα πατήσουν και θα εξελιχθούν ως άτομα και προσωπικότητες. Ο δάσκαλος είναι αυτός με τον οποίο περνά το παιδί μας τη μισή ημέρα του, το διαμορφώνει, το διδάσκει και το επηρεάζει κατά πολύ. Σε τι είδους επιστήμονα, λοιπόν, επιλέγουμε να αναθέτουμε το παιδί μας; Ας μην ξεχνάμε ότι εμείς διαμορφώνουμε το τοπίο της κοινωνίας μας.

Ελένη-Ευαγγελία Αρωνιάδα

Εκδότρια

 

 

 

Κατηγορία: