
Για να μπορούν να γεμίζουν νερό οι βαρέλες και τα φλασκιά, αλλά και να πίνουν εύκολα και καθαρά οι άνθρωποι απ΄ ευθείας από την πηγή, έπρεπε να γίνει μια στοιχειώδης υδροσυλλογή και το νερό να εκρέει συγκεντρωμένο και να «τζουρλάει». Αυτή τη δουλειά την έκαναν οι βρύσες, οι οποίες κατά κανόνα μέσα στο χωριό ήταν πέτρινες με κούπα.
«Βρύση μου πετροκάμαρη με το δροσιό νερό»
έλεγε το τραγούδι. Ένα άλλο έλεγε:
«Βρύση μαλαματένια πως βαστάς κρύο νερό»,
που βέβαια ήταν μια ποιητική αλληγορία.
Στην ύπαιθρο, όπου λειτουργούσαν ποιμενικοί οικισμοί, μπορεί να υπήρχαν πέτρινες βρύσες με κούπα, όμως οι περισσότερες ήταν ξύλινες με κούπα ή μόνο καναλωτές. Σε εποχιακές και δευτερεύουσες πηγές ή άλλες σε απρόσιτα μέρη, ένα πλατύ φύλλο από τη γύρω βλάστηση, έδινε στο νερό μια συγκεντρωτική εκροή, για να πίνουν νερό ή να γεμίζουν τα παγούρια τους οι περαστικοί. Τέλος όταν το νερό ανάβλυζε κατακόρυφα σε ένα επίπεδο πλάτωμα, δηλαδή υπό μορφήν «άμπλα», κατασκευαζόταν μια μικρή γουρνούλα η λεγόμενη «λούμπα», όπου έσκυβαν και ρουφούσαν νερό ή γέμιζαν τα παγούρια τους ή έπιναν τα άγρια και τα ήμερα των λόγγων. Για την ύδρευση των ζώων έφτιαχναν τέτοιες λούμπες κατά μήκος του ρυακιού, που δημιουργούσε το νερό της πηγής.

ΟΙ ΓΟΥΡΝΕΣ
Οι γούρνες, που προαναφέραμε, είχαν μια ιδιαίτερη βαρύτητα στην άρδευση των χωραφιών -και όχι μόνο. Ήταν δυο μεγάλοι λάκκοι δίπλα στη βρύση, με χωρητικότητα όχι πάνω από 10μ3, ανάλογα με την παροχή της βρύσης.
Η πιο σημαντική της κατασκευή ήταν η απολυταριά. Ήταν ένα άνοιγμα στο χαμηλότερο σημείο του λάκκου της γούρνας, που χτιζόταν στεγανά μ΄ έναν φαρδύ τοίχο, ας την πούμε «παλαίστρα» κατά τη βουκολική σημειολογία, που στη βάση του είχε μια τρύπα.
Στη μέσα μεριά προς τη γούρνα είχε μια διάμετρο γύρω στα 10 εκ. που όταν η γούρνα ήταν άδεια ταπωνόταν στεγανά. Έβαζαν ένα μεγάλο πανί στην τρύπα, μετά το επικάλυπταν με λάσπη την οποία πλάκωναν με μια πλάκα. Έτσι πετύχαιναν στεγανότητα και η γούρνα γέμιζε νερό.
Η τρύπα της απολυταριάς, απέξω προς τη μεριά του υδραύλακα, ήταν φαρδύτερη και από κει έμπαινε ένα μακρύ ξύλο, το απολυταρόξυλο, με το οποίο έσπρωχναν το εσωτερικό βούλωμα κι έτσι «απόλαγαν» τη γούρνα, όπως έλεγαν.
Η γούρνα κάθε χρόνο ήθελε εσωτερικό καθάρισμα και ένα σχετικό πατίκωμα των εσωτερικών της παρειών, για περισσότερη στεγανότητα.
Η γούρνα ήταν ένας ενδιαφέρων βιότοποπος με πολλά μπακακάκια και διάφορα υδρόβια πετούμενα. Αρκετές φορές ήταν μια ενδιαφέρουσα πισίνα των αγροτοπαίδων για λασπόλουτρα. Κάποιες γούρνες μεταπολεμικά έγιναν τσιμεντένιες και άκουγαν στο ευγενές όνομα «στέρνα» και ήταν μια καθωσπρέπει πισίνα για τους λουόμενους εφήβους.